Το πρωτο μαργαριταρι

Του Rafael Rao

Μια φορά και ένα καιρό, στην ακτή του Γιαπωνέζικου νησιού Χονσού, ζούσαν πολλά στρείδια στο βυθό του ωκεανού.

Ζούσαν ευτυχισμένα, όλα ήταν εύκολα και απολάμβαναν την όμορφη συντροφιά τους. Υπήρχε άφθονο φαγητό, απλά άνοιγαν και άρπαζαν την τροφή χωρίς καμία δυσκολία. Δεν χρειαζόταν να κυνηγάνε ή να πηγαίνουν πουθενά για βρουν τροφή γιατί η τροφή ερχόταν σε αυτά.

Μια μέρα, ενώ ζούσανε ευτυχισμένα και ειρηνικά στο θαλάσσιο βασίλειό τους, ήρθε μια πολύ - πολύ μεγάλη καταιγίδα. Μια καταιγίδα που κανένα από αυτά δεν είχε ζήσει πιο πριν. Τα κύματα ήταν τόσο ψηλά όσο τα ψηλότερα πεύκα, ο αέρας φυσούσε κρύος και θυμωμένος παντού και η αστραπή έστελνε τα ηλεκτρικά δάκτυλά της πάνω από όλη τη θάλασσα και τη στεριά. Η αναταραχή έφτασε μέχρι το ήσυχο και αναπαυτικό κρεβάτι του ωκεανού, όπου ζούσε η οικογένεια των στρειδιών.

Τα καημένα τα στρείδια πεταγόντουσαν δεξιά και αριστερά και η άμμος στροβιλιζόταν σε όλες τις διευθύνσεις. Κάποια στρείδια παρασύρθηκαν και δεν τα ξαναείδε ποτέ κανείς. Όλα τα στρείδια βρισκόταν σε πανικό:

«Τι μπορούμε να κάνουμε με αυτή τη θεομηνία;»

Έτσι όλα τους αποφάσισαν να κρατηθούν κοντά το ένα με το άλλο, να πιαστούν από το βυθό και να κλείσουν τα μεγάλα στόματά τους σφιχτά.

Με αυτόν τον τρόπο, παρόλο που η καταιγίδα χτυπούσε όλο και πιο δυνατά, αυτά κρατήθηκαν σφιχτά και έμειναν μαζί.

Στο μεταξύ, οι κόκκοι της άμμου τραμπαλίζονταν και πεταγόντουσαν παντού. Οι κόκκοι είχαν και αυτοί πανικοβληθεί, δεν ήξεραν τι να κάνουν.

Δεν μπορούσαν να κολλήσουν μεταξύ τους όπως τα στρείδια, γιατί τα μικρούτσικα σωματάκια τους ήταν διαφορετικά από αυτά των στρειδιών.

Πώς μπορούσαν να πάρουν βοήθεια;

Άρχισαν να χτυπούν πάνω στα κελύφη των στρειδιών φωνάζοντας:

«Σας παρακαλούμε, αφήστε μας να μπούμε. Δώστε μας καταφύγιο μέχρι να περάσει η καταιγίδα, σας ικετεύουμε!».

Τα στρείδια όμως απάντησαν: «Δεν έχουμε χώρο, καθόλου χώρο, εξάλλου, αν ανοίξουμε τα στόματά μας για να σας αφήσουμε να μπείτε, ποιος ξέρει τι θα μας κάνει εμάς η καταιγίδα;»

- «Αχ καλά μας στρείδια, δεν θυμάστε που σας δώσαμε τις μικρές κίτρινες πλάτες μας για να κοιμόσαστε αναπαυτικά και να κάθεστε στο βυθό τόσα χρόνια;»

- «Οι καιροί άλλαξαν φίλοι μας κόκκοι, είναι τόσο επικίνδυνο τώρα για μας να σας αφήσουμε να μπείτε μέσα. Εξάλλου αυτά που μας προσφέρατε ανήκουν στο παρελθόν. Το παρόν είναι μια άλλη πραγματικότητα.»

Όσο και να χτυπούσαν, να παρακαλούσαν και να ικέτευαν οι κόκκοι, τα στρείδια κρατούσαν τα κελύφη τους ερμητικά κλειστά. Ένα από τα στρείδια όμως, η Σισούκου άκουσε τα παρακάλια ενός κόκκου που ήρθε στο σπίτι της και ένιωσε οτι έπρεπε να κάνει κάτι.

-«Ας ανοίξουμε τα στόματα μας μόνο για λίγο, για μερικούς από αυτούς τους κόκκους, αφού ήταν τόσο ευγενικοί μαζί μας στο παρελθόν.»

- «Είσαι τρελή» της φώναξαν όλα τα άλλα στρείδια. «Αν ανοίξουμε τα στόματά μας, ακόμα και για λίγο, τότε η μεγάλη καταιγίδα θα μπει μέσα και αυτό θα είναι το τέλος μας. Ασφαλώς ΟΧΙ!»
Η Σισούκου εξακολούθησε να νιώθει συμπόνια καθώς άκουγε τις κραυγές του μικρού κόκκου άμμου, έξω από το σπιτάκι της.
Έτσι, χωρίς να το πει σε κανένα άλλο στρείδι, άνοιξε λιγάκι το στόμα της και ψιθύρισε στον κόκκο:
«Έλα μέσα μικρέ μου φίλε και περίμενε μέχρι να περάσει η καταιγίδα».
Ο κόκκος μπήκε γρήγορα μέσα στο στόμα της Σισούκου και ένιωσε μεγάλη ευγνωμοσύνη για την ευγένειά της.
Η καταιγίδα κράτησε πολύ, αλλά σιγά σιγά πέρασε. Η Σισούκου ξέχασε τον μικρό κόκκο άμμο και πολλοί μήνες πέρασαν.


Μετά, μια μέρα, όπως άνοιξε το στόμα της να φάει, τα άλλα στρείδια την κοίταξαν και είπαν με μια φωνή:

«Τι όμορφο! Ποτέ πριν δεν είδαμε τέτοιο πράγμα. Που το βρήκες; Γιατί δεν μας λες; Θέλουμε και εμείς ένα».
Η Σισούκου δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί πράγμα μιλούσαν.
Μετά, όταν κοίταξε μέσα της ξαφνιάστηκε. Υπήρχε ένα πανέμορφο μικρό στρογγυλό μπαλάκι, στο χρώμα του φεγγαρόφωτου που έλαμπε εκθαμβωτικά.
«Θέλω και εγώ ένα, και εγώ ένα, δώσε μου και μένα ένα, δώσε μου» άρχισαν να φωνάζουν όλα μαζί τα άλλα στρείδια.
Τότε μόνο η Σισούκου κατάλαβε οτι αυτό ήταν ένα δώρο από τον μικρό κόκκο άμμου και ήταν τόσο ευτυχισμένη και τόσο κατάπληκτη...

Σχόλια